Η κοινωνική ωριμότητα επιταχύνεται από βιολογικούς παράγοντες ή επιβάλλεται κοινωνικά; Στα κορίτσια, η έναρξη της έμμηνου ρύσης ή η ταχύτερη ανάπτυξη κάποιων νευρολογικών λειτουργιών συνεπάγεται και πρώιμη κοινωνική ωριμότητα; Σαν κοινωνία, είμαστε αυστηρότεροι με τις γυναίκες; Και αν αυτό ισχύει, είναι δίκαιο; Το γυναικείο φύλο κατασκευάστηκε για να φροντίζει, να πειθαρχεί και να λειτουργεί ως ηθικό πρότυπο; 

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η βιολογική ωρίμανση των κοριτσιών οδηγεί σε πρόωρη ηθική υπευθυνότητα, μήπως όμως τελικά αυτή η άποψη επιχειρεί να μετατρέψει το γυναικείο σώμα σε πεδίο ηθικής επιτήρησης, και εργαλειοποιεί την επιστήμη για να νομιμοποιήσει κοινωνικές και πολιτισμικές προκαταλήψεις; 

Μέσω αυτής της εργασίας, αξιοποιώντας εργαλεία της εφαρμοσμένης ηθικής, της βιοηθικής και της βιολογίας, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα σαν τα παραπάνω και να προτείνουμε ένα ηθικό πλαίσιο ισότητας, αυτονομίας και σεβασμού.

Λέξεις-κλειδιά (Keywords)

έμφυλη ηθική, φροντίδα, ηθική ωριμότητα, φεμινιστική ηθική, έμφυλο διπλό μέτρο, ηθική αυστηρότητα, κοινωνικοποίηση, θεωρία των ικανοτήτων, Kant, Rawls, νευροβιολογία και έμφυλη ηθική.

1. Εισαγωγή

Έχουμε παραδεχτεί τελικά ως κοινωνία ότι δεν στεκόμαστε ισότιμα απέναντι στα φύλα; Ακόμη και στο κομμάτι του κόσμου που θεωρείται ανεπτυγμένο, πολυάριθμα γεγονότα έρχονται καθημερινά για να ενισχύσουν τον παραπάνω προβληματισμό. Από την παιδική ηλικία μέχρι την ενήλικη ζωή, τα αγόρια και τα κορίτσια καλούνται να επιβεβαιώσουν προσδοκίες και να εκπληρώσουν συγκεκριμένους ρόλους. Αρκετοί φεμινιστές φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι γυναίκες, από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, βαπτίζονται στα πρέπει της πειθαρχίας, της φροντίδας και της ευθύνης, την ώρα που στους άνδρες επιτρέπεται (ή ακόμη και επιβραβεύεται) μια στάση που ρέπει προς στην ανωριμότητα και την “κοινωνική χαλαρότητα”. Οι έμφυλες αυτές διακρίσεις που αφήνουν το στίγμα τους στις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά και στην κοινωνία συνολικά, αποτελούν το αντικείμενο αυτής της εργασίας.

Πιο συγκεκριμένα θα εστιάσουμε στο φαινόμενο της ασύμμετρης αυστηρότητας ανάμεσα στα φύλα και στον τρόπο που αυτή επιφορτίζει τις γυναίκες με μεγαλύτερο «ηθικό άγχος» αναγκάζοντας τες να ωριμάσουν νωρίτερα, ψυχολογικά, κοινωνικά και ηθικά. Αυτή η εξέλιξη εδράζεται σε αντικειμενικές βιολογικές διαφορές ή είναι κοινωνικά κατασκευασμένη άρα και ηθικά, πολιτικά, βιοηθικά αμφισβητήσιμη;

Θα αξιοποιήσουμε θεωρίες της εφαρμοσμένης ηθικής, όπως η φεμινιστική ηθική της φροντίδας, η καντιανή δεοντολογία και η θεωρία των ικανοτήτων της Martha Nussbaum, για να φωτίσουμε τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία διαμορφώνει έμφυλα ηθικά πρότυπα. Παράλληλα, θα κάνουμε ένα περιεκτικό πέρασμα από τις νευροεπιστήμες, την ψυχολογία και τη βιοηθική, προκειμένου να διαχωρίσουμε τη βιολογική από την κοινωνικά επιβεβλημένη ωρίμανση, και να αναδείξουμε το κίνδυνο που θέλει το γυναικείο σώμα να μετατρέπεται σε πεδίο επιτήρησης, συμβολοποίησης και ηθικών απαιτήσεων.

Στόχος, τελικά, είναι να απαντήσουμε στο ερώτημα: η ηθική ωρίμανση των γυναικών είναι αποτέλεσμα ενός πολιτισμικού μηχανισμού πειθάρχησης, ελέγχου και βίας ή φυσιολογική βιολογική εξέλιξη; Πρέπει οι γυναίκες να αποδεχτούν τον ρόλο του βιολογικά «ηθικότερου» φύλου ή μήπως η κοινωνία τις φορτώνει με ένα κοινωνικό άγχος που υπονομεύει την εμπειρία, την ελευθερία και την αυτονομία τους;

2.1 Βιολογικές και νευροψυχολογικές διαφορές ανά φύλο – Υπάρχει ουσιαστική βάση για ηθική διαφοροποίηση;

Η κοινωνία συχνά επικαλείται τη βιολογία για να ερμηνεύσει συμπεριφορές ή να δικαιολογήσει διαχωρισμούς. Πράγματι, υπάρχουν βιολογικές και νευροψυχολογικές διαφορές ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες, οι οποίες πρωτοεμφανίζονται κατά την περίοδο της εφηβείας. Αρκούν όμως για να δικαιολογήσουν την ταχύτερη κοινωνική ωρίμανση κάποιου εκ των δύο φύλων;

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βιολογικά ορόσημα είναι η έμμηνος ρύση (εμμηναρχή), η οποία συνήθως εμφανίζεται στα κορίτσια μεταξύ 9 και 15 ετών, με μέσο όρο εμφάνισης τα 12 έτη. Η έναρξη της έμμηνου ρύσης συνοδεύεται από μια σειρά ορμονικών και σωματικών αλλαγών όπως: αύξηση των οιστρογόνων, ανάπτυξη του στήθους, αύξηση λιπώδους ιστού, εμφάνιση τριχοφυΐας στο εφήβαιο και τις μασχάλες. Οι αλλαγές αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο στην ψυχοσωματική ωρίμανση των κοριτσιών και ίσως τελικά συμβάλλουν στην ενίσχυση της κοινωνικής αντίληψης ότι τα κορίτσια “ωριμάζουν νωρίτερα”.

Ωστόσο, η βιολογική ωρίμανση δεν συνεπάγεται αυτόματα και ηθική ή συναισθηματική ωριμότητα. Η έναρξη της περιόδου συνδέεται με έντονες συναισθηματικές μεταβολές, όπως ευερεθιστότητα, άγχος ή απομόνωση, οι οποίες επηρεάζουν την ψυχολογική κατάσταση των κοριτσιών που εκείνη την περίοδο χρειάζονται αυξημένη υποστήριξη.

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η έμμηνος ρύση συχνά συνοδεύεται από κοινωνικά ταμπού και σιωπή, γεγονός που επηρεάζει τη σχέση του κοριτσιού με το σώμα και την ηθική του αυτοεικόνα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ηθικά αποδεκτό ή μη, σε σχέση πάντα με τα κοινωνικά στερεότυπα. Η απουσία ενημέρωσης ή η καλλιέργεια ντροπής γύρω από αυτή τη βιολογική διαδικασία ενισχύει την ηθική υπερ-απαίτηση και την ανάπτυξη εσωτερικευμένων ενοχών. Η ηθική αυτοεικόνα συγκροτείται μέσα από την αίσθηση του «καλού κοριτσιού», της «καθαρής», της «σωστής», και διαμορφώνει όχι μόνο το πώς το άτομο σκέφτεται, αλλά και πώς νιώθει για τις πράξεις του και το σώμα του. Τέτοιες εμπειρίες συμβάλλουν στη συγκρότηση ενός ηθικού εαυτού που δεν αναπτύσσεται ελεύθερα, αλλά υπό πίεση και κοινωνικό έλεγχο.

Εκτός όμως από την έμμηνο ρύση που διαφοροποιεί τον τρόπο που μεγαλώνουν βιολογικά τα δύο φύλα, μελέτες νευροανατομίας (neuroanatomy) έχουν δείξει ότι στις γυναίκες παρατηρείται μεγαλύτερη συνδεσιμότητα μεταξύ των εγκεφαλικών ημισφαιρίων (interhemispheric connectivity), ενώ στους άνδρες εντοπίζεται ισχυρότερη συνδεσιμότητα εντός του κάθε ημισφαιρίου (intrahemispheric connectivity). Η συνδεσιμότητα αναφέρεται στο πώς επικοινωνούν μεταξύ τους διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου μέσω νευρικών οδών, κυρίως του μεσολόβιου (corpus callosum), που ενώνει τα δύο ημισφαίρια. Οι συγκεκριμένες διαφορές έχουν συσχετιστεί με διαφορετικά στυλ επεξεργασίας πληροφοριών. Οι γυναίκες επεξεργάζονται παράλληλα, περισσότερα είδη πληροφορίας (π.χ. λογική και συναίσθημα), ενώ οι άνδρες τα πάνε καλύτερα σε πιο μονοδιάστατες επεξεργασίες. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν σαφή ή καθολικά συμπεράσματα για την επίδραση αυτών των διαφορών στην κριτική και γνωστική ικανότητα του ατόμου.¹

Η Carol Gilligan (φεμινίστρια, ψυχολόγος) υποστήριξε ότι η ηθική ανάπτυξη επηρεάζεται από τη βιολογική και πολιτισμική ταυτότητα του ατόμου, αλλά δεν καθορίζεται από αυτήν. Με τον όρο ηθική ανάπτυξη νοείται η διαδικασία μέσα από την οποία ένα άτομο διαμορφώνει την ικανότητά του να διακρίνει το σωστό από το λάθος, να αναπτύσσει ηθικά κριτήρια, να σχετίζεται με τους άλλους και να αναλαμβάνει ευθύνες. Η Gilligan, ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι γυναίκες τείνουν να καλλιεργούν ηθικές προσεγγίσεις με βάση τη φροντίδα, όχι επειδή είναι «φτιαγμένες» έτσι βιολογικά, αλλά επειδή έτσι κοινωνικοποιούνται. Το φύλο, οι πολιτισμικές νόρμες και η κοινωνικοποίηση παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από τις καθαρά βιολογικές διαφορές.²

Η Joyce F. Benenson κατέδειξε ότι κορίτσια ηλικίας 4–5 ετών παρουσιάζουν μεγαλύτερη σωματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, καθώς και πιο έντονη βλεμματική επαφή σε σχέση με τα αγόρια της ίδιας ηλικίας. Η Benenson ερμηνεύει αυτές τις διαφορές ως δείκτες πρώιμης κοινωνικής προσκόλλησης και συναισθηματικής ανταποκρισιμότητας.³

Αυτές οι παρατηρήσεις χρησιμοποιούνται (ή και παρερμηνεύονται) συχνά για να τεκμηριώσουν την άποψη ότι τα κορίτσια «φυσικά» τείνουν προς τη φροντίδα και την προστασία των άλλων. Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τέτοιες διαφορές δεν είναι καθαρά βιολογικές: τα κορίτσια, από πολύ νωρίς, λαμβάνουν διαφορετικά ερεθίσματα, εκπαιδεύονται στη στοργή και στην «καλοσύνη», ενώ τα αγόρια ενισχύονται στην αυτονομία, την απόσταση και τον περιορισμό των συναισθημάτων τους.

Έτσι, η πιο έντονη προσκόλληση και η αυξημένη βλεμματική επαφή δεν αποτελούν αποδείξεις για «φυσική» ηθική διαφορά, αλλά μπορούν να ιδωθούν ως προϊόντα κοινωνικής ανατροφής, που με τη σειρά τους οδηγούν τα κορίτσια σε ηθικές λογικές βασισμένες στη φροντίδα.

Τέλος, η φιλόσοφος Cordelia Fine και η νευροεπιστήμονας Gina Rippon υποστηρίζουν ότι οι διαφορές στις εγκεφαλικές λειτουργίες παρουσιάζονται συχνά με υπερβολικό τρόπο και χρησιμοποιούνται για να επιβεβαιώσουν παραδοσιακά έμφυλα στερεότυπα, παρά να εξηγήσουν αντικειμενικά τις ηθικές ικανότητες.⁴

Μήπως τελικά η βιολογική ωρίμανση, όσο και αν είναι υπαρκτή και σημαντική, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής αιτία για την αυξημένη αυστηρότητα προς τα κορίτσια; Η ηθική ωρίμανση είναι συνέπεια των οιστρογόνων ή αποτέλεσμα κοινωνικής επένδυσης, προσδοκίας και συχνά, ελέγχου; Οι επόμενες ενότητες θα μας βοηθήσουν να εξετάσουμε το θέμα μας από το πρίσμα της νευροβιολογίας αλλά και κάποιων σημαντικών ηθικών θεωριών.


¹ Ingalhalikar, Madhura, et al. “Sex Differences in the Structural Connectome of the Human Brain.” Proceedings of the National Academy of Sciences 111, no. 2 (2014): 823–828.

² Gilligan, Carol. In a Different Voice. Cambridge: Harvard University Press, 1982.

³ Benenson, Joyce F., et al. “Social Affiliative Behavior in Toddlers: Sex Differences and Correlates.” International Journal of Behavioral Development 22, no. 4 (1998): 729–752.

⁴ Fine, Cordelia. Delusions of Gender. New York: W. W. Norton, 2010; Rippon, Gina. The Gendered Brain. London: Bodley Head, 2019.

2.3 Νευροβιολογικές διαφοροποιήσεις και οι ηθικές τους ερμηνείες

Σύγχρονες μελέτες στις νευροεπιστήμες δείχνουν ότι υπάρχουν τουλάχιστον τρεις βασικοί τύποι διαφορών μεταξύ του εγκεφάλου γυναικών και ανδρών:1

  • Τύπος Ι – Φυλετικός διμορφισμός: αφορά εγγενή βιολογικά χαρακτηριστικά που εμφανίζονται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά σε ένα φύλο. Παραδείγματα περιλαμβάνουν τη διαφοροποίηση των γεννητικών οργάνων, την παραγωγή συγκεκριμένων ορμονών και την έκφραση ορισμένων συμπεριφορών αναπαραγωγής.
  • Τύπος ΙΙ – Φυλετικές διαφορές σε συνεχή κλίμακα: περιλαμβάνει χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται και στα δύο φύλα, αλλά σε διαφορετικό βαθμό ή συχνότητα. Παραδείγματα είναι οι διαφορές στο κατώφλι του πόνου, στην έκκριση κορτιζόλης ως απάντηση στο στρες ή στην προδιάθεση για κατάθλιψη.
  • Τύπος ΙΙΙ – Συγκλίνουσες διαφορές: αφορά περιπτώσεις στις οποίες άνδρες και γυναίκες φτάνουν σε παρόμοιες συμπεριφορές, αλλά μέσω διαφορετικών νευροβιολογικών διαδρομών. Για παράδειγμα, τόσο άνδρες όσο και γυναίκες μπορούν να νιώσουν συναισθηματική εγγύτητα αλλά ο εγκέφαλος τους χρησιμοποιεί διαφορετικές ορμονικές και νευρικές οδούς για να το επιτύχει.

Έχει καταγραφεί ότι οι φυλετικές ορμόνες (γνωστές και ως “στεροειδή του φύλου”) επηρεάζουν τον εγκέφαλο τόσο κατά την ανάπτυξη όσο και στη διάρκεια της ζωής, μέσω γονιδιακών και μη-γονιδιακών μηχανισμών, με επιδράσεις στην μνήμη, τη διάθεση, το στρες και τη μάθηση. Σε επίπεδο γενικής ανάπτυξης, παρατηρείται ότι τα κορίτσια εισέρχονται στην εφηβεία κατά μέσο όρο νωρίτερα από τα αγόρια. Μελέτες δείχνουν ότι συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, όπως ο προμετωπιαίος φλοιός που σχετίζεται με τον γνωστικό έλεγχο και τη λήψη αποφάσεων, φαίνεται να αναπτύσσονται νωρίτερα στα κορίτσια. Επίσης στα κορίτσια έχει παρατηρηθεί ταχύτερη αύξηση του όγκου της φαιάς ουσίας και πρώιμη κορύφωση της νευροπλαστικότητας σε ορισμένα αναπτυξιακά στάδια.2

Αρκούν όμως οι παραπάνω διαφορές για να υποστηρίξουν ηθικές διαφορές μεταξύ των φύλων; Εξετάζοντας από βιοηθική σκοπιά το θέμα πρέπει να έχουμε στα υπόψιν ότι η απλουστευτική και επιπόλαιη χρήση τέτοιων ευρημάτων για να υποστηριχθεί η “φυσική” ηθική υπεροχή ή υστέρηση ενός φύλου ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Όταν η επιστήμη χρησιμοποιείται για να θεμελιώσει πολιτισμικά ή ηθικά στερεότυπα, χάνει τον αναλυτικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε εργαλείο πειθαρχίας. Η ερμηνεία της νευροβιολογικής διαφοράς απαιτεί προσοχή, θεωρητική επεξεργασία και γνώση του κοινωνικού πλαισίου.3

Μια βιοηθική προσέγγιση δεν αρνείται την ύπαρξη της βιολογίας, αλλά διεκδικεί να μην αποκόπτεται από το πλαίσιο της εμπειρίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αυτονομίας. Η ηθική δεν βρίσκεται στον υποθάλαμο· διαμορφώνεται στις σχέσεις, στη φροντίδα και στην ελευθερία.4 5 6


¹ McCarthy, Margaret M., et al. “Sex Differences in the Brain: The Not So Inconvenient Truth.” Journal of Neuroscience Research 95, no. 1–2 (2017): 12–19.

2 Lenroot, Rhoshel K., and Jay N. Giedd. “Sex Differences in the Adolescent Brain.” Brain and Cognition 72, no. 1 (2010): 46–55.

3 Fine, Cordelia. Delusions of Gender: How Our Minds, Society, and Neurosexism Create Difference. New York: W. W. Norton, 2010.

4 Rippon, Gina. The Gendered Brain. London: Bodley Head, 2019.

5 Sherwin, Susan. “A Relational Approach to Autonomy in Health Care.” In The Politics of Women’s Health: Exploring Agency and Autonomy, edited by Susan Sherwin, 19–47. Philadelphia: Temple University Press, 1998.

6 Tong, Rosemarie. Feminist Thought: A More Comprehensive Introduction. Boulder: Westview Press, 2009.

2.3 Βιοηθική διάσταση του σώματος και της ωρίμανσης

Η βιολογική ωρίμανση του ανθρώπινου σώματος δεν αποτελεί απλώς ένα φυσικό γεγονός, αλλά και ένα κρίσιμο σημείο κοινωνικής και ηθικής σημασιοδότησης. Ειδικά στην περίπτωση των κοριτσιών, η εμφάνιση της έμμηνου ρύσης λειτουργεί ως σύμβολο μετάβασης στην “ωριμότητα”, όχι μόνο αναπαραγωγικά, αλλά και ηθικά. Ωστόσο, η κοινωνική αντίληψη περί της έμμηνου ρύσης δεν είναι ουδέτερη· είναι φορτισμένη με συμβολισμούς, πολιτισμικές αφηγήσεις ακόμα και με στιγματισμό. Στοιχεία που διαμορφώνουν την εμπειρία των γυναικών αναγκάζοντας τες πολλές φορές σε επιτήρηση και πειθαρχία.

Η φεμινίστρια ανθρωπολόγος Emily Martin έχει επισημάνει πώς οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της γυναικείας βιολογίας, περιγράφονται συχνά με υποτιμητικούς όρους (π.χ. έχει νεύρα γιατί έχει περίοδο, κυκλοθυμική είναι, κλασικά έχει τα ορμονικά της κ.ο.κ.), ενώ οι αντίστοιχες ανδρικές λειτουργίες (π.χ. παραγωγή σπέρματος) πλαισιώνονται θετικά, ως δημιουργικές ή στοιχεία φυλετικής υπεροχής.¹ Αυτές οι διακρίσεις δεν είναι βιολογικά επιβεβλημένες, είναι ενδείξεις του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία μετατρέπει τη βιολογία σε στερεοτυπικούς κώδικες διακρίσεων.

Στη φεμινιστική ηθική, έννοιες όπως η σωματική αυτονομία και η ενσώματη εμπειρία τονίζονται ως θεμελιώδεις. Η έμφαση δίνεται στο ότι κάθε άτομο πρέπει να έχει την ελευθερία να βιώνει και να ερμηνεύει το σώμα του χωρίς εξωτερικές επιβολές, είτε αυτές είναι ιατρικές, είτε πολιτισμικές, είτε οικογενειακές.² Αντί η βιολογική ωρίμανση να εκλαμβάνεται ως καθοριστικό ηθικό ορόσημο, η φεμινιστική προσέγγιση προτείνει να αντιμετωπίζεται ως έναυσμα για ηθική υποστήριξη και ελεύθερη διαμόρφωση της ταυτότητας.

Η Cordelia Fine και η Gina Rippon έχουν δείξει ότι οι νευροεπιστήμες συχνά παρουσιάζουν εγκεφαλικές διαφορές μεταξύ φύλων με υπερβολικούς όρους, συμβάλλοντας στη συντήρηση στερεοτύπων περί “φυσικών” ανισοτήτων στην ενσυναίσθηση, τη λογική ή τη φροντίδα.³ 


¹ Martin, Emily. The Woman in the Body: A Cultural Analysis of Reproduction. Boston: Beacon Press, 1987.

² Sherwin, Susan. “A Relational Approach to Autonomy in Health Care.” In The Politics of Women’s Health: Exploring Agency and Autonomy, edited by Susan Sherwin, 19–47. Philadelphia: Temple University Press, 1998.

³ Fine, Cordelia. Delusions of Gender: How Our Minds, Society, and Neurosexism Create Difference. New York: W.W. Norton & Company, 2010; Rippon, Gina. The Gendered Brain. London: Bodley Head, 2019.

3.1 Η φεμινιστική ηθική, η ηθική της φροντίδας

Η ηθική της φροντίδας (ethics of care) αποτελεί ένα θεωρητικό ρεύμα που αναδείχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με βασικές εκπροσώπους την Carol Gilligan και τη Nel Noddings. Στην καρδιά της ηθικής της φροντίδας βρίσκεται η πεποίθηση ότι οι ηθικές αποφάσεις διαμορφώνονται και νοηματοδοτούνται μέσα από τις σχέσεις με τους άλλους. Η θεωρία δεν αποπειράται να δημιουργήσει ένα καθολικό πλαίσιο κανόνων, αντιθέτως επικεντρώνεται στις εξατομικευμένες ανάγκες και την ευαλωτότητα του συγκεκριμένου άλλου. Για την ηθική της φροντίδας, το ηθικό υποκείμενο δεν είναι αποκομμένο και αυτόνομο με έναν α-σχέτιστο τρόπο, αλλά ριζωμένο σε συγκεκριμένες σχέσεις. Η ηθική της φροντίδας αποτελεί μια πρόταση για συναισθηματική συνδεσιμότητα, ενσυναίσθηση και αλληλεξάρτηση.

Η ηθική της φροντίδας αρχικά αναπτύχθηκε ως κριτική στην θεωρία ηθικής ανάπτυξης (stages of moral development) του Lawrence Kohlberg. Η θεωρία του Kohlberg καταπιάνοταν με την ηθική ανάπτυξη, και θεωρήθηκε για δεκαετίες πρότυπο ωρίμανσης του ηθικού υποκειμένου.¹ 

Η θεωρία του Kohlberg αν και βασίστηκε μόνο σε άνδρες, προτείνει ένα καθολικό μοντέλο ηθικής ανάπτυξης. Ακριβώς αυτό αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής από την Carol Gilligan (πρώην συνεργάτιδα του Kohlberg).

Η Carol Gilligan στο έργο της “In a Different Voice”, υποστήριξε ότι οι γυναίκες εκπαιδεύονται στο να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις σχέσεις, στη φροντίδα των άλλων και στην ενσυναίσθηση.² Πρότεινε λοιπόν έναν εναλλακτικό ηθικό προσανατολισμό: την ηθική της φροντίδας. Αυτή η θεωρητική μετατόπιση είχε έντονες φεμινιστικές διαστάσεις. Το ότι οι γυναίκες ανατρέφονται για να φροντίζουν, να υποχωρούν ή να πειθαρχούν σε πατριαρχικά στερεότυπα, δεν σημαίνει ότι κατέχουν φυσικά μια “ηθική ανωτερότητα”. Σημαίνει ότι η ηθική τους ανάπτυξη, όπως και του κάθε ανθρώπου, διαμορφώνεται μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο της ανατροφής τους. Σε αυτή τη βάση, η Gilligan και άλλες φεμινίστριες φιλόσοφοι πρόβαλαν την ανάγκη να ενταχθεί η φροντίδα στον ηθικό και πολιτικό λόγο ως καθολική αρετή, και όχι ως έμφυλο καθήκον.²

Η ηθική της φροντίδας, όπως αναπτύχθηκε και από θεωρητικούς όπως η Virginia Held και η Joan Tronto, υποστηρίζει ότι η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη, η απάντηση στις ανάγκες του άλλου και η ηθική επαγρύπνηση δεν είναι ηθικά “μαθήματα” για τα κορίτσια, αλλά βασικά στοιχεία μιας ηθικής κοινότητας.³ ⁴ Οι γυναίκες δεν είναι εγγενώς πιο ηθικές, αλλά κοινωνικοποιούνται σε μια ηθική κουλτούρα που τις καθιστά περισσότερο υπόχρεες στο να συμπεριφέρονται “ηθικά”.


¹ Kohlberg, Lawrence. “The Philosophy of Moral Development: Moral Stages and the Idea of Justice.” In Essays on Moral Development, Vol. 1. San Francisco: Harper & Row, 1981.

² Gilligan, Carol. In a Different Voice: Psychological Theory and Women’s Development. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1982.

³ Held, Virginia. The Ethics of Care: Personal, Political, and Global. Oxford: Oxford University Press, 2006.

⁴ Tronto, Joan. Moral Boundaries: A Political Argument for an Ethics of Care. New York: Routledge, 1993.

3.3 Η κατηγορική προσταγή και οι κλασικές ηθικές αρχές ως εφαλτήρια για έμφυλη ισότητα

Ένας σύγχρονος Καντιανός δεν θα μπορούσε να δεχτεί ότι οι γυναίκες «οφείλουν» να ωριμάσουν νωρίτερα ηθικά και κοινωνικά, διότι μια τέτοια απαίτηση παραβιάζει την αρχή της καθολικότητας: αν δεν μπορεί να αξιωθεί από όλους, δεν μπορεί να απαιτείται από κάποιους. Η κατηγορική προσταγή δεν επιτρέπει ηθικά μέτρα που εξαρτώνται από το φύλο, την ηλικία ή κοινωνικά στερεότυπα.¹ Αντίθετα, απαιτεί να σεβόμαστε κάθε πρόσωπο ως αυτοσκοπό, να αναγνωρίζουμε την αυτονομία του και να μην το μεταχειριζόμαστε ως εργαλείο² διατήρησης κοινωνικής τάξης ή οικογενειακής ισορροπίας. Από αυτή τη σκοπιά, η άνιση ηθική επιβάρυνση των γυναικών δεν είναι μόνο κοινωνική προκατάληψη, αλλά καντιανά αδόκιμη. Δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε καθολική αρχή, ούτε να υπερασπιστεί με όρους σεβασμού της προσωπικότητας. Η σύγχρονη καντιανή ανάγνωση, όπως διαμορφώνεται από στοχαστές όπως η Kleingeld, υπερασπίζεται μια ριζοσπαστική ηθική ισότητας, ανεξάρτητα από βιολογικές ή πολιτισμικές αποδόσεις ρόλων.

Αντίστοιχα, στη φιλελεύθερη θεωρία του John Rawls, το «πέπλο άγνοιας» προϋποθέτει ότι οι δίκαιοι κανόνες πρέπει να επιλέγονται από άτομα που δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων το φύλο, την τάξη ή την κοινωνική τους θέση.⁽³⁾ Κάτω από τέτοιες συνθήκες ουδετερότητας, κανείς δεν θα επέλεγε ένα σύστημα που απαιτεί περισσότερη ηθική αυστηρότητα από τις γυναίκες. Η έμφυλη ηθική επιβάρυνση είναι ασύμβατη με την αρχή της ισότητας που διέπει τη φιλελεύθερη δικαιοσύνη.

Τέλος, ακόμη και στον Αριστοτελικό στοχασμό, όπου η αρετή ταυτίζεται με το μέτρο και τη φρόνηση, μια κοινωνία που φορτώνει μόνο τις γυναίκες με ηθικές απαιτήσεις απομακρύνεται από την ηθική αρμονία. Αν η ευδαιμονία επιτυγχάνεται μέσα από την καλλιέργεια όλων των δυνατοτήτων του ατόμου, τότε η άνιση κατανομή ηθικών ρόλων αλλοιώνει την πραγμάτωση της αρετής για τα δύο φύλα.

Επομένως, μια σύγχρονη ερμηνεία των κλασικών φιλοσοφικών θεωριών μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο κριτικά απέναντι στις έμφυλες ηθικές διακρίσεις, αλλά και ως βάση για μια καθολική, δίκαιη και απελευθερωτική ηθική, ανεξαρτήτως φύλου.


¹ Immanuel Kant, Groundwork of the Metaphysics of Morals, trans. Mary Gregor (Cambridge: Cambridge University Press, 1998).

² Ibid.

³ John Rawls, A Theory of Justice (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1971).

4. Συνέπειες της άνισης ηθικής προσδοκίας

Η άνιση ηθική μεταχείριση των φύλων δεν είναι μια αφηρημένη ή θεωρητική αδικία· έχει βαθιές υπαρξιακές συνέπειες. Οι γυναίκες, καλούμενες να ενσαρκώσουν από μικρή ηλικία τον ρόλο της ώριμης, υπεύθυνης και ηθικά άμεμπτης, επωμίζονται ένα ασύμμετρο κοινωνικό βάρος που διαμορφώνει τη σχέση τους με τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο.

Πρώτη συνέπεια είναι η εσωτερίκευση της ενοχής. Οι γυναίκες μαθαίνουν ότι πρέπει συνεχώς να “προσέχουν”, να προλαμβάνουν τις συνέπειες των πράξεών τους, να διαχειρίζονται τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένας εσωτερικός ηθικός επιτηρητής. Αυτή η εσωτερίκευση δεν αφορά μόνο την ηθική συμπεριφορά, αλλά και το σώμα, τη σεξουαλικότητα, ακόμη και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα.¹

Δεύτερη συνέπεια είναι η συναισθηματική και ψυχική επιβάρυνση. Η κοινωνική απαίτηση από τις γυναίκες να φροντίζουν τους άλλους, να αναλαμβάνουν την ηθική συνοχή του οικογενειακού και κοινωνικού ιστού, παράγει αυτό που η φεμινιστική θεωρία ονομάζει συναισθηματική εργασία (emotional labor). Πρόκειται για τη συνεχή διαχείριση της συναισθηματικής δυναμικής στις σχέσεις, εργασία που σπάνια αναγνωρίζεται, αλλά θεωρείται δεδομένη.² Η έννοια εισήχθη από τη φεμινίστρια κοινωνιολόγο Arlie Russell Hochschild, για να περιγράψει το έργο που απαιτείται από το άτομο να ρυθμίζει τα συναισθήματά του ώστε να συμμορφώνεται με κοινωνικές προσδοκίες και ρόλους, συχνά με κόστος την ψυχική του ισορροπία. Στην περίπτωση των γυναικών, αυτή η εργασία έχει κανονικοποιηθεί ως ηθικό καθήκον, ενισχύοντας την ιδέα ότι η φροντίδα και η συναισθηματική διαθεσιμότητα είναι φυσικά χαρακτηριστικά του θηλυκού φύλου.

Τρίτη συνέπεια είναι η προσκόλληση σε πρότυπα “ηθικής αποδοχής” εις βάρος της αυτονομίας. Όταν η “καλή κοπέλα” επιβραβεύεται, ενώ η “χειραφετημένη” στιγματίζεται, οι γυναίκες οδηγούνται στη στρατηγική συμμόρφωση, όχι από επιλογή, αλλά για λόγους επιβίωσης και κοινωνικής ένταξης. Αυτή η συμμόρφωση συχνά οδηγεί σε διάσπαση μεταξύ δημόσιας εικόνας και εσωτερικών επιθυμιών, και τελικά σε υπαρξιακή εξάντληση.³

Η έρευνα των Rios-González et al. έδειξε ότι η οικογένεια λειτουργεί ως θεσμός αναπαραγωγής του διπλού λόγου: επιβραβεύει τα “καλά κορίτσια” αλλά συγχωρεί τα “άτακτα αγόρια”. Τα κορίτσια μαθαίνουν να επενδύουν στην ηθική συμμόρφωση για να γίνουν αποδεκτά, ενώ τα αγόρια ενθαρρύνονται να ρισκάρουν χωρίς σημαντικές κυρώσεις.⁴

Τέλος, αυτή η χρόνια υπερεπιτήρηση οδηγεί σε γνωστική και ηθική υπερφόρτωση. Οι γυναίκες καλούνται όχι μόνο να σκέφτονται για τον εαυτό τους, αλλά και για όλους γύρω τους: να προλάβουν, να διορθώσουν, να εξηγήσουν, να προσαρμοστούν. Ο εαυτός τους γίνεται φορέας διαρκούς ηθικής ευθύνης — όχι από ελευθερία, αλλά από κοινωνική αναγκαιότητα.

Η συνέπεια αυτής της κατάστασης δεν είναι απλώς ηθική αδικία. Είναι μια μορφή σιωπηρής ψυχοκοινωνικής βίας που φθείρει την αυτονομία, την αυτενέργεια και την αυτοεκτίμηση των γυναικών.


¹ Susan Moller Okin, “Justice and Gender,” Philosophy & Public Affairs 16, no. 1 (1987): 42–72.

² Arlie Russell Hochschild, The Managed Heart: Commercialization of Human Feeling (Berkeley: University of California Press, 1983).

³ Joan Tronto, Moral Boundaries: A Political Argument for an Ethics of Care (New York: Routledge, 1993).

⁴ Oriol Rios-González et al., “The Language of Ethics and Double Standards in the Affective and Sexual Socialization of Youth,” Frontiers in Sociology 3 (2018): 1–11. 

6. Συμπεράσματα

Η παρούσα εργασία ανέδειξε το πώς η κοινωνία, είτε μέσα από την οικογένεια είτε μέσα από θεσμούς και πολιτισμικές αφηγήσεις, διαμορφώνει και επιβάλλει ένα έμφυλο καθεστώς ηθικής αυστηρότητας, όπου οι γυναίκες καλούνται να λειτουργούν ως πρότυπα ηθικής ωριμότητας και αυτοπειθαρχίας, ενώ οι άνδρες απολαμβάνουν μεγαλύτερη ανοχή και ηθική επιείκεια.

Η μελέτη της έμφυλης ηθικής, στο πλαίσιο της εφαρμοσμένης ηθικής, αποδεικνύει ότι οι ηθικές θεωρίες δεν είναι ουδέτερες· φέρουν φορτία ιστορίας και εξουσίας. Αν επιθυμούμε μια πραγματικά δίκαιη κοινωνία, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε και την ηθική ως πεδίο αναστοχασμού, κοινωνικού αγώνα και μετασχηματισμού.

Σχόλια: Εφόσον η εργασία μου λάβει βαθμό μικρότερο του 8, παρακαλώ να θεωρηθώ απορριφθείς στο μάθημα.  

Βιβλιογραφία

Benenson, Joyce F., et al. “Social Affiliative Behavior in Toddlers: Sex Differences and Correlates.” International Journal of Behavioral Development 22, no. 4 (1998): 729–752.

Fine, Cordelia. Delusions of Gender: How Our Minds, Society, and Neurosexism Create Difference. New York: W. W. Norton, 2010.

Gilligan, Carol. In a Different Voice: Psychological Theory and Women’s Development. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1982.

Held, Virginia. The Ethics of Care: Personal, Political, and Global. Oxford: Oxford University Press, 2006.

Hochschild, Arlie Russell. The Managed Heart: Commercialization of Human Feeling. Berkeley: University of California Press, 1983.

Immanuel Kant. Groundwork of the Metaphysics of Morals. Translated by Mary Gregor. Cambridge: Cambridge University Press, 1998.

Ingalhalikar, Madhura, et al. “Sex Differences in the Structural Connectome of the Human Brain.” Proceedings of the National Academy of Sciences 111, no. 2 (2014): 823–828.

John Rawls. A Theory of Justice. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1971.

Kohlberg, Lawrence. “The Philosophy of Moral Development: Moral Stages and the Idea of Justice.” In Essays on Moral Development, Vol. 1. San Francisco: Harper & Row, 1981.

Lenroot, Rhoshel K., and Jay N. Giedd. “Sex Differences in the Adolescent Brain.” Brain and Cognition 72, no. 1 (2010): 46–55.

Martin, Emily. The Woman in the Body: A Cultural Analysis of Reproduction. Boston: Beacon Press, 1987.

McCarthy, Margaret M., et al. “Sex Differences in the Brain: The Not So Inconvenient Truth.” Journal of Neuroscience Research 95, no. 1–2 (2017): 12–19.

Okin, Susan Moller. “Justice and Gender.” Philosophy & Public Affairs 16, no. 1 (1987): 42–72.

Rippon, Gina. The Gendered Brain. London: Bodley Head, 2019.

Rios-González, Oriol, et al. “The Language of Ethics and Double Standards in the Affective and Sexual Socialization of Youth.” Frontiers in Sociology 3 (2018): 1–11.

Sherwin, Susan. “A Relational Approach to Autonomy in Health Care.” In The Politics of Women’s Health: Exploring Agency and Autonomy, edited by Susan Sherwin, 19–47. Philadelphia: Temple University Press, 1998.

Tong, Rosemarie. Feminist Thought: A More Comprehensive Introduction. Boulder: Westview Press, 2009.

Tronto, Joan. Moral Boundaries: A Political Argument for an Ethics of Care. New York: Routledge, 1993.